Readingpoems

η έκρηξη

Νοέμβριος 19, 2011
2 Σχόλια
κάπου έχει κάτι αστεράκια μικρά
τοσοδούλικα
με κοντές μπλουζίτσες
και γυαλιστερά κορδόνια στα παπούτσια
που τρέχουν
όλο τρέχουν να βρουν μπαμπά, να τους φέρνει παιχνίδια
κι εγώ
εγώ τα κοιτώ φορώντας χαμόγελο κι ένα γράμμα στα χέρια μου
που δεν είναι ψέμα
ούτε υπόσχεση ή φυλακή ή κονκάρδα
είναι σα να κρατώ ασημένιες πυγολαμπίδες
σα να κουβαλώ ένα πανηγύρι ζωισμένο στην άκρη του νησιού με παλιές λάμπες και χορούς αλλιώτικους
κάπου κοιμούνται
κοιμούνται αστεράκια
σε πλατείες κλειστές σα θερμαινόμενες πισίνες
με νερά χρυσά και φυσσαλίδες
βουτούν φωτεινά, αυτόνομα, θαρραλέα
ξεχνούν τα βοηθητικά μπρατσάκια τους
μαθαίνουν να ονειρεύονται μόνα, λεύτερα
ζουν ζωές με έρωτα κι ανοχή, ζωές αγωνιώδεις
μαθαίνουν ρεαλισμό και πόνο κι αφηγήσεις και ψέμματα
μαθαίνουν όλα
ξέρω εγώ
ξέρω από αστράκια
έχω συλλογή ολόδική μου
σε ένα κουτί τα θάβω έξω
κι εσύ μπορεί να λες, κι ο άλλος
εγώ πως είμαι ίδια και παντού
γρήγορη να με ‘βρεις
μα
μα εγω είμαι το κορίτσι που έχει αστράκια σπίτι του
μια γυναίκα με ένα παράξενο μπαούλο
ένα φορτίο χαράς γεμάτη
και καρεκλίτσες από ζάχαρη
έχω αστράκια να μπαίνουν σκουντουφλώντας στο δωμάτιο
να κάθονται στο μαξιλάρι δίπλα μου
να γίνεται η θέση σου ζωντανή και μουδιασμένη
μένει να ακούγεται ζωή στο σπίτι
κι αν
κι αν καμιά φορά παγώνουν
μεταμορφώνοντας σε παγωτά και χιονανθρώπους την όψη τους
εγώ
εγώ κρατώ στο χέρι μου πιστόλι σεσουάρ
τα ζαλίζω
όλο τα ζαλίζω αέρα θερμό
τα κάνω παράφορα ζεστά
και λάμπουν πάλι
κι αν
κι αν καμιά φορά αρρωσταίνουν σοβαρά
και τύχει να μυρίσει νοσοκομείο το σπίτι
κι ντυθούν τα κρεβάτια ιστορίες με πόνο και βήχα και κομπιάσματα
εγώ ανάβω το φως
ανάβω το φως το  μεγάλο σα δάδα
φέρνω αλοιφές, γιατρούς καλούς
βάζω θερμόμετρα,
τους λέω παραμύθια για ανθρώπους
τα ταϊζω κρέμες κι αντιβιώσεις με γεύση μπαλονιών
τα περιποιούμαι
κι εκείνα
εκείνα άλλοτε γελάνε
άλλοτε φοβούνται
σα να φοβούνται μην με κολλήσουν
αγάπη
Advertisements

η επιλογή

Ιουνίου 15, 2010
Σχολιάστε

φοράω τα μαύρα
τα βγάζω από την ντουλάπα
τα ξεσκονίζω
ώρες ώρες ανοίγω το ραδιόφωνο
παίζει τραγούδια παλιά
παλιότερα
πριν σε γνωρίσω
μουδιάζει το σώμα μου
παλιά αίσθηση κι αυτή
ίσως να σε αγάπησα κάποτε
τόσο όσο σε θέλησα

φοράω τα άσπρα
άσπρα γιλέκα
φοράω πελώρια καπέλα
φωνάζω και κλαίω
για εκείνους, για όλα
δεν υπάρχουν κλέφτες
υπάρχεις εσύ
εσύ, που με βγάζεις από το πουθενά
και με επιστρέφεις εκεί
που φαίνεσαι ανθρώπινος
ενώ δεν είσαι
ανήκεις σε μια περίεργη κάστα μάγων

φοράω ασημί βερύκοκα στο κεφάλι
για ό,τι πιο ωραίο έχω γράψει για σένα
για να το περιγράψω
τώρα
τώρα που ό,τι πιο βίαιο δικαιολογείται
ό,τι πιο όμορφο παραμορφώνεται,
ό,τι πιο υγιές σαπίζει ξανά

είναι καλοκαίρι
μα φτάνει φθινόπωρο με βαλίτσες ξένες
όπως έχει ξαναφτάσει στο χαντάκι μου
κάποια άλλη άνοιξη
κάτι χάνεται
όπως έχει ξαναχαθεί
τότε, σε κάποια γειτονιά της γης
κάτι φεύγει
κάτι έφυγε σίγουρα
αφού εσύ δεν κουλουριάζεσαι στο κρεβάτι μου
δεν χτενίζεις τα μαλλιά μου
δεν μυρίζεις από το σώμα μου
δεν πίνεις από το κρασί μου
ένα «δεν» γίνεσαι
ένας αόριστος επιβάτης που φεύγει ερήμην
χωρίς να πάρει τις αποσκευές μου

περπατάω με το μυαλό
και δεν ξέρω πως θα περάσουν οι ώρες μέχρι το βράδυ
ίσως να μην θέλω να περάσουν
ίσως να μην θέλω να σταθούμε αντιμέτωποι
αντιμέτωποι στα λόγια
όχι στα στρώματα
σήμερα δεν ξέρω πως να σου μιλάω
να σε ακουμπάω θα ‘θελα
«να ζω ένα παραμύθι παρά θιν’ αλός
μα εσύ είσαι αλλιώς
απλώς αλλιώς»

ορίστε, πάρε ένα ανόητο ποίημα προς τιμήν σου

σαν να μην φοράω τίποτα νιώθω
γυμνή με αίμα στα πόδια
με πονάει το χέρι μου
το στήθος μου
η φωνή σου στα αυτιά μου
όλα με πονούν
με ενοχλούν οι σφίγγες στα μάτια σου
το νανούρισμα που δεν μου είπες ποτέ
και εκείνο το τραγούδι που τραγουδούσες για μιαν άλλη
λα λα λα
ενώ με κοιτούσες

κι εγώ θέλω πάλι να μπω σε ένα σκιερό καϊκι
να χαθώ
να φύγω
να κάνω το γύρο του μυαλού μου
του κορμιού μου
ένα ταξίδι μόνο για μένα
να μαζέψω τα πανιά μου
για να μπορέσω να τα απλώσω
μετά
πάλι
πανέμορφα

μην με καθυστερήσεις
-του έλεγα-
μην φύγεις χωρίς να το πεις
ήθελα να κρυφτώ κι εγώ μαζί του
σε μια τσάντα χωρίς να με δει
να ξυπνήσει μετά να με φέρει πίσω
πλάι
μπροστά
δίπλα του
-συνέχιζα-
αν είναι να αμαρτήσεις
-φώναζα-
θέλω να το κάνουμε μαζί
οι δυο μας
εσύ σαν άλλος πρωτόπλαστος
φυσικά παράκουσες
το ανόητο θέλημά μου
φυσικά δεν πόθησες να ταϊστείς από το χέρι μου
τους καρπούς της ατελείωτης θάλασσας
γύρευες το ανίερο μήλο στο στόμα σου

και τώρα
τώρα που το έφαγες
πετάς τα αθώα κουκούτσια
τα φτύνεις στο λαιμό σου
δέσε φιόγκο νοσταλγίας εκεί
σφιχτά
εσύ κι οι άγγελοι δεν θα κοιμηθείτε εδώ απόψε


    Επικοινωνία

    Όλα τα ποιήματα

    Ψάχνω…

    Όροι χρήσης

    Είστε ελεύθερος/η να αντιγράψετε, διανείμετε, παρουσιάσετε τα ποιήματα του παρόντος ιστολογίου εφόσον δώσετε αναγνώριση στον αρχικό συγγραφέα και δεν χρησιμοποιήσετε αυτό το έργο για εμπορικούς σκοπούς.
    Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία παρακαλώ επικοινωνήστε στο holly.readingpoems@gmail.com.