Readingpoems

η αγάπη

Μαΐου 12, 2014
Σχολιάστε

μεγάλωσα κι νόμιζα πως έβλεπα σημάδια παντού
έβλεπα εσένα με ό,τι είχες ζήσει κι ό,τι ευχόσουν
έβλεπες εμένα να στέκομαι με ζωγραφιές στα χέρια μου
μεγάλωσες κι είχες μάθει τα λεπτά και τα χρόνια σου να χτίζεις με θάλασσα, άντρας ναυτικός
είχες στις τσέπες σου φιλιά ιερά, είχα στις τσέπες μου κοχύλια
όποτε φιλούσες, ορκιζόσουν
όποια ηρεμία πάλευα, εσύ την είχες κατακτήσει
ίσως γιατί ήξερες
πως μεγάλωσα κι έμαθα να μου λείπεις
κι όταν σε είδα, σε γνώρισα


η ποίηση

Μαΐου 25, 2013
Σχολιάστε
περπατώ σαν να μην είναι άνθρωποι στους κόσμους, 
σαν οι δρόμοι να έχουν χαθεί, σαν η ζωή να είναι από βερνίκι χρωματισμένη χρώμα θολό,
περπατώ αδιάκοπα,
περπατώ σαν οι άκρες των δακτύλων μου να κοκκινίζουν αίμα, τα χείλη μου να λυγίζουν εμπρός σου, 
σαν το φόρεμα που φορώ να μην ακουμπά στη γη, να πιάνεται στις κλωστές του αέρα, να γίνεται κύμα της θαλάσσης σου
 
ανάμεσα στους ζωντανούς που πεθαίνουν κι εκείνους που ζουν, σε αγαπάω εγώ περισσότερο, 
περπατώ σαν να μην ειναι αλλιώς, μα από εσένα, το βήμα μου φτιαγμένο

 


η αφοσίωση

Απρίλιος 17, 2013
Σχολιάστε

τα καράβια που θα ‘ναι κάποτε μισά
από τους ανέμους που λυσσαλέοι πνίγουν τις μνήμες μας
εκείνα τα καράβια που θα ‘ναι ανήμπορα
εγώ θα τ’ αγαπώ περισσότερο
τους ναυτικούς που δεν θα ‘χουν θαλπωρή επάνω τους
μόνο απελπισμένη αρμύρα
μόνο παλιά αγάπη ξεθωριασμένη από την μάνα τους
κι μια κοπέλα που φιλοξενούσε τον χτύπο της καρδιάς τους, κόκκινη σαν παπαρούνα
αυτούς έχω διαλέξει να αγαπώ
καράβια χαλασμένα
ναυτικούς που ήταν κάποτε αστραφτεροί στην κουπαστή τους
κι όλοι τους θαύμαζαν
που μοίραζαν φιλιά στα δελφίνια και τα παιδιά των κυμάτων
αυτούς
αυτούς που τους έχει ξεχάσει το παρόν του βασιλείου τους
κι ακούς προσευχές και φύκια να φτύνουν τα μουδιασμένα χείλη τους
βλέπεις χάδια να ακουμπούν τα αγριωπά χέρια τους από τα σκοινιά του ουρανού
-τόσο άγιοι, αυτούς θα αγαπώ,
αυτούς που βουτούν ευτυχείς στον ωκεανό του κόπου τους
που φτιάχνουν αποικίες από άστρα κι ο Θεός τούς ακούει
όπως ακούει όλους τους ικέτες με μπλε σύννεφα στα μαλλιά
όπως ακούει κι εμένα όταν μιλώ για σε


η φωνή

Μαρτίου 29, 2013
Σχολιάστε
έχω ένα σπίτι που φεγγίζει τις νύχτες-
κουκλόσπιτο,
με παραθύρια μεγάλα σα σελίδες βιβλίων
έχω ένα σπίτι που τα πρωινά βγάζουν καπνούς τα ηλεκτροφόρα τζάμια του
απ’ τα κακά και τις ειδήσεις
κι έχω κι ένα κουτί κασετόφωνο με ξένοιαστες φιγούρες ανθρώπων,
σάμπως ανεξήγητα πολύτιμο, σαν το άγγιγμά σου,
ένα κουτί, το λες και μουσικό, γυρνάει και κοιτάζει εμέ, γυρνάει και κοιτάζει εσέ, όταν εσύ εδώ
το κουτί
το κουτί μου έχει ηλικίες 30 αβέβαιες, έχει αερόστατα που δεν μπορούν να ανέβουν ουρανό και βασανίζονται σε γήινες στράτες, έχει άδικα κουρέματα ονείρων
ένα κουτί,
έχω ένα κουτί με απροόπτους πολέμους προσήνεμους, με μια πατρίδα χαμένη,
μα έχω κι ενα σχέδιο
ένα σχέδιο σου λεω
και πλέκω πιο μακριές τις μέρες και τις νύχτες μου,
ένα σχέδιο
με μια πίστη κι μιαν αυλή με χρώματα ήλιου, με μονοπάτια βασιλικού και λεμονιών
και τραγουδώ μοναδικά, για με, για σε, για όλους,
τραγουδώ επανάσταση,
παραπατώ σε νότες και εμπειρίες μαγέρικες,
λογίζομαι εκείνα κει τα μάτια σου και τα παιχνίδια των παιδιών σε λεύτερο ουρανό
έχω ενα γράμμα σου που το φυλάω ζεστά
το διπλώνω, το ανοίγω, το διαβάζω, το σημαδεύω με τα χρόνια μου
έχουμε μια θάλασσα μου χες πει,
ναι, αυτή είναι η φωνή μας,
αγάπη
μου

η ανατολή

Ιουλίου 5, 2012
Σχολιάστε

γω δεν ξέρω αν αυτή η σελίδα
αρχίζει ή σβήνει
σαν κερί σε κάποιον άνεμο δοσμένο απροκάλυπτα
σαν σώμα
γω καιρό χω να γράψω
να πλάσω σε
να κάνω αρχηγό και στρατηλάτη με τις ματιές μου
γω σε άλλες χώρες, ζωγραφίζω εικόνες στους τοίχους
χαϊδεύω γρασίδια και στρώματα
κάνω καθημερινή ανάγνωση στο χαμόγελο
και στα νησιά που όλοι αγαπούν μέσα τους
γω σε ένα καράβι πάνω
με γράμματα που δεν ακουμπούν γραμμές
ούτε συμβάσεις ούτε κάβους λιμανιών
γω τρέφω εμέ για σένα
φιλιά, πόθους, αγγίγματα
δεν γίνομαι άλλη, δική σου είμαι στην τέχνη μου
γω ξηλώνω αλφαβητάρια και πουκάμισα
κάνω κλωστές
ταϊζω νήματα τα ψάρια
κι ιστορίες στεριανές να μάθουν
γω όχι όσο καλή φαίνομαι
ανεβαίνω βουνά σαν μαθητής
φυτεύω βασιλικούς αγίους σα θνητός
πέφτω σε θάλασσα σαν να βουτάω σε φως κι αγριοδάφνες
μπαίνω σε κύματα και πειρασμούς, δεν βγαίνω μήτε όταν βραδιάζει
γεννιέμαι και πάλι
γω ταλανίζω τον κόσμο
αφού κόσμος εσύ


η αίσθηση

Απρίλιος 5, 2012
Σχολιάστε
κάτι πούπουλα που χα πάνω μου για να με βλέπεις όμορφη,
για να με ακουμπάς τις νύχτες και να μαι απαλή
κάτι πούπουλα ελαφρά που μου χες φέρει σε ένα από τα ταξίδια σου
τα βαλα μέσα σε μια μικρή ντουλάπα
την πιο μικρή που είχα, την μπλε που κλείνει με σιωπές, κι όχι κλειδαριές,
εκείνη που αν σφραγίσει, δεν ανοίγει με συνδυασμούς ούτε υπεραστικά τηλεφωνήματα
εκείνη που μόνο να σπάσει μπορεί σα γυάλα
να λυγίσει μπροστά στην έρημη παραλία που βουτούσες και την άδολη ματιά μου
μπροστά σε παραμύθια που τα ντρέπεσαι και κάτι χαράδρες που φοβάσαι
όταν ανοίγω, όταν ανοίγω εκείνο το ντουλάπι το ροζ,
τύπου δεσμός που σπάει, γόρδιος,
στοιβάζω σε τακτική σειρά με αηδία τα πούπουλα που βγάζω ένα ένα
πασχίζω να δουλεύω τις πιο πολλές μου ώρες
στοιχίζοντας τα σαν και το μυαλό μου
φτιάνω μαξιλάρια να κοιμούνται ζευγάρια, μωρά και γραίες, ο κύκλος της ζωής,
να ξαπλώνουν και να χαίρουνται
όπως ξαπλώναν κι κείνες οι παλιές ματιές σου πάνω και τριγύρω μου
-στεφάνι μοιάζουν τώρα στην λίγη θύμησή μου,
κι αεροπλάνα,
φτιάνω αεροπλάνα με αυτά τα πούπουλα
να γιατρεύω ζωντανούς απ τις νοσταλγίες,
απ τις προσδοκίες που δεν φτάνουν, δεν έχουν, δεν τολμούν
κι αρμέγω πουλιά και κάνουν καύσιμα
να μπαίνει  ο κόσμος να κινείται σε χώρους και χρόνους που ζητεί
αφού κι εγώ ό,τι ζητώ το έχω
άλλοτε μακριά, άλλοτε κοντά
άλλο αυτό

η ώρα

Ιουλίου 10, 2011
2 Σχόλια

τώρα που τα καλοκαίρια μιλάνε κι τα κορμιά γδύνονται
τώρα που πάλι ο μέγας ο αριθμός, το ένα, διαφεντεύει
τώρα που η άμμος σκαλίζει τα μαλλιά μου κι γίνεται πυρίτιδα
-αγαπάω τις εκρήξεις-
τώρα που μου τελειώνουν οι κουβέντες κι τα γράμματα και τα μελάνια κι τα τετραδια κι όλα
μένουν μόνο εικόνες αισθησιακές
άθρωποι στον ήλιο
πάνω στις ακτίνες του να ψάχνουν για ηδονή κι αγάπη μαζί
-τόσο παράλογα πάντα-
τώρα που το μόνο που θέλω να κάνω είναι να σου γράψω ποίημα
να το έχεις να το φυλάς στο σακάκι σου,
πίσω από την μάσκα, μέσα στο παντελόνι σου
ας το βάλεις όπου θες
μόνο να ‘ναι ολούθε
τώρα που σε γεννήσεις να πάω άλλες δεν μπορώ ξανά
τώρα που θέλω να γιορτάζω μόνο συνουσίες κι ανατολές κι παιχνίδια με το νερό να παίζω κυνηγάω
τώρα που οι λέξεις δεν μπαίνουν εύκολα σε σειρά κι με σακατεύουν οι εικόνες σου κι εκείνο το χέρι σου στο στήθος μου που ακουμπούσε τάχα
τώρα που να τραγουδήσω κι που να κρυφτώ δεν ξέρω
θα αρχίσω μόνο να ράβω φορέματα θαλάσσης
να μπαίνω μέσα στο νερό και την μεγάλη φυσσαλίδα με ίππους και φουλάρια και δαχτυλίδια μοβ
να κάνω ένα καλοκαίρι σαν απόκριες αφού τελικά κρέας δεν πιάνω
δεν νιώθω
κρέας δεν με πονάει
δεν με ευχαριστεί
δεν με ακουμπά
απόκριες κυρίες μου κι κύριοι
ήρθε η ώρα μάλλον να τραγουδήσω σα σειρήνα
να
θάλασσα μια κι δυο και μια πισίνα γιομάτη αερόστατα
μέχρι να φτάσεις


η ενηλικίωση

Απρίλιος 17, 2011
2 Σχόλια

έτσι όπως ήμουν μικρή
κι έλιωναν οι επιθυμίες
κι έσβηναν οι κόποι
στεκόμουν γυμνή και ντροπιασμένη
κι έψαχνα για τετράδια
τετράδια γιομάτα παραμύθια
κι ιστορίες για χανούμισσες
και τέρατα κι αγίους
έτσι όπως ήμουν μικρή
καθισμένη στο τζάκι
ενώ ήταν άνοιξη
ενώ το πουλί κηλαΐδούσε τσίου φιλί γλυκό
ενώ η φιληνάδα μου τραγουδούσε σε μπαρ
κι η μάνα μου μοιραζόταν μαζί μου
τις αγωνίες της κουζίνας
να χτυπήσει, να δέσει, να σφίξει τ’ αυγό
εγώ αιμορραγούσα κραγιόν βυσσινί
έφτυνα κόκκινα νύχια
κι έκλαιγα
πυροβολούσα τα κύματα της φωτιάς
αντίς να τ’ αγκαλιάζω
γιατί ήμουν μικρή
κορίτσι ογδόντα οκτώ χρονώ
θυμόμουν τη γιαγιά
μου ‘πλεκε κοτσίδες τα μαλλιά, έραβε μαξιλάρια δαντέλες,
θυμόμουν τα μπισκότα που τρώγαμε με την τρύπα στην άκρη τα βράδια που ‘βρεχε
έτσι όπως ήμουν μικρή
κι δεν ήξερα τον κόσμο
εκείνος μ’ ήξερε
Μαρία, μου ‘λεγε
Μαρία με φώναζε σαν κι εσέ,
εραστής ακουγόταν, έτσι απτόητος, κι η φωνή,
η απόγνωση της φωνής του στο κεφάλι μου σα θολή εικόνα παραμάνας
επειδή ήμουν μικρή κι δεν ήξερα
δεν γνώριζα ούτε τ’ όνειρο τι πάει να πει
επιστήμες, θεωρίες,
φιλοσοφίες, ιστορίες του κόσμου
δεν ήξερα
μον’ την αγάπη μύριζα
πίστευα η αγάπη σώζει
σκούζει, δαμάζει, αγαλλιάζει, αρκεί, αγκαλιάζει, αφανίζει, σκορπά
σύννεφα κι τραγωδίες
μικρό κορίτσι
δεν έβρισκα άλλους δεσμούς
δεν ήθελα δρόμους
πλατείες έψαχνα
τόπους απλωμένους
σα τη θάλασσα
να μου θυμίζει τη μέρα που μιλούσα με κείνο τον ψηλό ναυτικό άνδρα,
τραγουδούσα κι απαντούσα ερωτήσεις με ναι κι όχι
τίποτις παραπάνω
δεν μπορούσα να του πω τι
ντρεπόμουνα που μου ‘λεγε ιστορίες
ιστορίες δικές του κι της θαλάσσης
αυτός σε μένα
τόσο μικρό κορίτσι που ‘μουνα
κι καταλάβαινα
ένιωθα σιγά σιγά την μιαν Αλήθεια
κι οι ναυτικοί, κι οι ασκητές, κι οι αμαρτωλοί δακρύζουν
στο κύμα, στο θάμα, στο σώμα
όλα εν σοφία Εποίησες


η ομορφιά

Ιουνίου 24, 2010
1 σχόλιο

μια παλέτα μαγειρικής
ένα μαντήλι τόσο δα κυματιστό
στην κουζίνα μου
μικρή
μικρή έλεγα αθώα
αθώα
πετάει μια θάλασσα;
πετάει ένα σύκο;
ανεβαίνει στη σκάλα το γιασεμί;
θέλω να τα αγγίξω όλα
πηγαίνει για ύπνο νωρίς το σακούλι με τα φασόλια που
είναι στο ντουλάπι από προχτές;
κι εγώ σε ρωτάω
πες μου
πες μου
θέλω να γίνουν όλα φρέσκα
να κανονίσω να φέρω ένα τηγάνι να αραδιάσω μέσα
λαδάκι
κρεμμυδάκι
χαμόγελα
πόθους από κατάψυξη
του μυαλού μας
πάθη καινούρια
της ζήλιας του κορμιού μας
φωτιά
να τους βάλω φωτιά
να τα κάνω όλα μπλε και κόκκινα
σαν μια σημαία
για σένα που ντρέπεσαι και φοβάσαι
σαν μια ιστορία ενός έθνους
τόσο παλιά
τόσο νέα
τόσο αυτάρεσκη
δεν σε ακούω να μιλάς
κι ένα
ένα τόσο δα σκουπιδάκι
πέφτει από
το μάτι μου
αστέρι μου
αρνάκι μου
ναι, συμβαίνει
αυτό
σε εμάς τις μαγεμένες μαγείρισσες
μπαίνει στο τηγάνι
άλμα
βουτιά σε θαλασσινό σκεύος
ξύδι
άλμη
σκουπιδάκι ψαράκι φωνάζει
ωχ
πονάω
ωχ
καίγομαι
κι ένα στόμα
δικό μου
δικό σου
ετοιμάζεται να βγάλει τις γλώσσες του έξω
να το φάει
να το κάνει μια και δυο
τρεις χαψιές αυτάρεσκες
κάπως έτσι σε έτρωγα κι εγώ
-θυμάμαι;-
σε ένα μπαλόνι μέσα
με προσοχή μην σε ακουμπήσω
μην με πιάσεις
όχι υγρά
μόνο στερεά φιλιά δίναμε ο ένας στον άλλον
δαγκώναμε τα κρέατα μας
σαν μπισκότα
μόνο μαλακές πιέσεις ανεχόμασταν
σαν μωρά
μόνο προτροπές θέλαμε
σαν άνθρωποι
πετάει το δώρο που μου έκανες;
ένα κομμάτι ύφασμα όταν διώκεται πετάει;
το δέντρο που σκαρφάλωνες πετάει;
ρωτάω μέσα στην κουζίνα
μικρή αθώα
αθώο τηγάνι
άγιο λάδι
καμία επαφή
δεν θέλω πια
τηγάνι
λαδάκι
είμαι ξυπόλητη στην κουζίνα μου
είναι σκοτάδι με ήλιο πράσινο έξω
σαν τα μαλλιά που θα ζωφράφιζα πάνω μου
με την άμμο και την πέτρα παρέα
με την χαραμάδα ανοιχτή
με αέρα να εισέρχεται
στα πάνινα παπούτσια μου
στην κεντητή ποδιά μου
καρφιτσωμένη καραμέλες για το δάκρυ από
το κάθε κρεμμύδι
το κάθε παιχνίδι
την κάθε ευχή
ευχή
ευχές
ευτυχισμένη απόλυτα
-ακούς;-

δεν θέλω πια
να φάω
εμένα


Αναρτήθηκε στις my poems
Tags: , ,

    Επικοινωνία

    Όλα τα ποιήματα

    Ψάχνω…

    Όροι χρήσης

    Είστε ελεύθερος/η να αντιγράψετε, διανείμετε, παρουσιάσετε τα ποιήματα του παρόντος ιστολογίου εφόσον δώσετε αναγνώριση στον αρχικό συγγραφέα και δεν χρησιμοποιήσετε αυτό το έργο για εμπορικούς σκοπούς.
    Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία παρακαλώ επικοινωνήστε στο holly.readingpoems@gmail.com.