Readingpoems

η αφοσίωση

Απρίλιος 17, 2013
Σχολιάστε

τα καράβια που θα ‘ναι κάποτε μισά
από τους ανέμους που λυσσαλέοι πνίγουν τις μνήμες μας
εκείνα τα καράβια που θα ‘ναι ανήμπορα
εγώ θα τ’ αγαπώ περισσότερο
τους ναυτικούς που δεν θα ‘χουν θαλπωρή επάνω τους
μόνο απελπισμένη αρμύρα
μόνο παλιά αγάπη ξεθωριασμένη από την μάνα τους
κι μια κοπέλα που φιλοξενούσε τον χτύπο της καρδιάς τους, κόκκινη σαν παπαρούνα
αυτούς έχω διαλέξει να αγαπώ
καράβια χαλασμένα
ναυτικούς που ήταν κάποτε αστραφτεροί στην κουπαστή τους
κι όλοι τους θαύμαζαν
που μοίραζαν φιλιά στα δελφίνια και τα παιδιά των κυμάτων
αυτούς
αυτούς που τους έχει ξεχάσει το παρόν του βασιλείου τους
κι ακούς προσευχές και φύκια να φτύνουν τα μουδιασμένα χείλη τους
βλέπεις χάδια να ακουμπούν τα αγριωπά χέρια τους από τα σκοινιά του ουρανού
-τόσο άγιοι, αυτούς θα αγαπώ,
αυτούς που βουτούν ευτυχείς στον ωκεανό του κόπου τους
που φτιάχνουν αποικίες από άστρα κι ο Θεός τούς ακούει
όπως ακούει όλους τους ικέτες με μπλε σύννεφα στα μαλλιά
όπως ακούει κι εμένα όταν μιλώ για σε


η ιστορια

Νοέμβριος 20, 2012
Σχολιάστε

ήταν οι βάρκες σαν ποτάμια
που κοίταζαν δεξιά αριστερά
και κούραζαν τα μάτια
πλεούμενα που δεν βρέχονταν μακριά σου
κι όμως έδειχναν να πεινούν κύματα κι αρρώστιες

ήσουν εσύ εκεί αμέτοχος
με ένα φτωχό ρούχο επάνω σου
και δεν μπορούσες
δεν το μπορούσες να ανοίξεις αγκαλιά
να την κάνεις γιασεμιά και κρύσταλλα
όσο κι αν έδειχνες ακμαίος στο κατάστρωμα
ήσουν ένα μάτσο αδειανές σφαίρες

κι ήταν το κρύο
ήταν το κρύο αυτό που μας ακολουθούσε
τίποτα άλλο δεν είχαμε
ο πάγος που σε μετέφερε σε έναν άλλο πλανήτη
με χιόνια και αναπνοές αποτσίγαρα
όλα μαζί κι όλα χώρια
όπως μαζί δεν είχες υπάρξει με κανέναν
μια περισσή ιδέα θάμπωνε τα μάτια σου
κι αυτό αρκούσε

κι όταν γινόταν η μέρα νύχτα
γινόμουν εγώ πιο λυπημένη κι από σένανε στα άγριά σου
πιο σκιερή
το μαύρο μου φόρεμα σκιζόταν στις άκρες
το σήκωνα με προσπάθεια καρφίτσες που τρυπούσαν το κορμί μου
κι απο κάτω
από κάτω δεν ήταν χείλη, δεν ήταν τα χείλη σου να με φιλήσουν να μείνω καλύτερο κορίτσι απ΄ό,τι φάνταζα

τις νύχτες εσύ έπαιζες
μαγαζιά του κόσμου με οινοπνεύματα κι ιστορίες
έπινες γυναίκες ξένες
έπινες, δε σε χωρούσε ο τόπος μας
φορούσες σακάκια κι έβγαινες
ολοένα πιο όμορφος
αλλά και πιο μικρός με έναν τρόπο που έβγαζες γένια τραχιά
που με πονούσαν που ΄βλεπα
για δε πληγώναν το δικό μου πρόσωπο
δεν είχα εσέ
μον’ είχα ότι σε έβλεπα να φεύγεις από την πόρτα
γω σαν αλλοπαρμένη μάνα
κι έγνεφα

κι ίσως περάσαν έτσι τα χρόνια
χωρίς να αντιληφθούμε
χωρίς να θυμόμαστε καλά
ή και να ζήσαμε ποτέ τα μεγαλύτερα όνειρα
κι εκείνες τις ατόφιες αγκαλιές που θα μπορούσαμε
χωρίς να καταλάβεις πως σου έλεγα κάποτε αλήθεια
για το πόσο πολύ
πόσο πολύ αγαπούσα την άνοιξη όταν σε κοιτούσα

 


η ώρα

Ιουλίου 10, 2011
2 Σχόλια

τώρα που τα καλοκαίρια μιλάνε κι τα κορμιά γδύνονται
τώρα που πάλι ο μέγας ο αριθμός, το ένα, διαφεντεύει
τώρα που η άμμος σκαλίζει τα μαλλιά μου κι γίνεται πυρίτιδα
-αγαπάω τις εκρήξεις-
τώρα που μου τελειώνουν οι κουβέντες κι τα γράμματα και τα μελάνια κι τα τετραδια κι όλα
μένουν μόνο εικόνες αισθησιακές
άθρωποι στον ήλιο
πάνω στις ακτίνες του να ψάχνουν για ηδονή κι αγάπη μαζί
-τόσο παράλογα πάντα-
τώρα που το μόνο που θέλω να κάνω είναι να σου γράψω ποίημα
να το έχεις να το φυλάς στο σακάκι σου,
πίσω από την μάσκα, μέσα στο παντελόνι σου
ας το βάλεις όπου θες
μόνο να ‘ναι ολούθε
τώρα που σε γεννήσεις να πάω άλλες δεν μπορώ ξανά
τώρα που θέλω να γιορτάζω μόνο συνουσίες κι ανατολές κι παιχνίδια με το νερό να παίζω κυνηγάω
τώρα που οι λέξεις δεν μπαίνουν εύκολα σε σειρά κι με σακατεύουν οι εικόνες σου κι εκείνο το χέρι σου στο στήθος μου που ακουμπούσε τάχα
τώρα που να τραγουδήσω κι που να κρυφτώ δεν ξέρω
θα αρχίσω μόνο να ράβω φορέματα θαλάσσης
να μπαίνω μέσα στο νερό και την μεγάλη φυσσαλίδα με ίππους και φουλάρια και δαχτυλίδια μοβ
να κάνω ένα καλοκαίρι σαν απόκριες αφού τελικά κρέας δεν πιάνω
δεν νιώθω
κρέας δεν με πονάει
δεν με ευχαριστεί
δεν με ακουμπά
απόκριες κυρίες μου κι κύριοι
ήρθε η ώρα μάλλον να τραγουδήσω σα σειρήνα
να
θάλασσα μια κι δυο και μια πισίνα γιομάτη αερόστατα
μέχρι να φτάσεις


η άνοιξη

Μαΐου 1, 2011
1 σχόλιο

πρώτη του μάη
πρώτη στην λύπη
κι δεν ξέρω τι να τον κάνω τον κόσμο
κι δεν ξέρει τι να με κάνει κι αυτός
μια κοπέλα παίζει πιάνο
ακούω κι βλέπω τα πλήκτρα της στα δάχτυλα πλεγμένα
θέλω να πάω σπίτι της επίσκεψη γαρδένιες και κορδέλα
να της χτυπήσω το κουδούνι
να της πω άφησέ με
άφησέ με λίγο να ακούσω μουσική
να γίνω μάρτυρας της πράξης
εσύ να χτυπάς κάτι κι αυτό να κηλαηδάει
να τυρρανάς κάτι κι αυτό να βγάνει μελωδία
σαν τα καϊκια που τα χαστουκίζει ο άνεμος
κι εκείνα αντιστέκουνται
νικητές του κόσμου
άσε με να ‘μαι μπροστά
τον έχω βιώσει τον πόνο
στο πετσί κι πιο κάτω κι πιο πάνω σου λέγω
σε κάθε ρυτίδα
κι έχω γενεί θαρρείς πιο όμορφη
όλοι το λένε
μα κι πιο μουχλιασμένη
αυτό το κλαίω εγώ
σαν το φαγί έχω γενεί – ολόιδια που σ’ άρεσα
πρώτη του μάη
κι θέλω να κάνω μιαν επίσκεψη
όπως η άνοιξη ακουμπά την εδική μου πόρτα
όπως προσπαθεί να μπει από τις χαραμάδες των χορδών μου
έτσι κι εγώ να εισέλθω θέλω ωσάν μια πεταλούδα
σε ένα σπιτικό
σε μια μουσική
επειδή δεν μπορώ
δεν μπορώ
σας λέγω
να μπω στην αγάπη


    Επικοινωνία

    Όλα τα ποιήματα

    Ψάχνω…

    Όροι χρήσης

    Είστε ελεύθερος/η να αντιγράψετε, διανείμετε, παρουσιάσετε τα ποιήματα του παρόντος ιστολογίου εφόσον δώσετε αναγνώριση στον αρχικό συγγραφέα και δεν χρησιμοποιήσετε αυτό το έργο για εμπορικούς σκοπούς.
    Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία παρακαλώ επικοινωνήστε στο holly.readingpoems@gmail.com.